ΓΙΑΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΜΕ ΚΛΑΣΙΚΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΣΤΑ ΠΑΙΔΙΑ;

Γνωρίζουμε ότι η μεγαλύτερη ανάγκη των ανθρώπων και το δυσκολότερο κατόρθωμα είναι να ανακαλύψουν το νόημα της ζωής. Κανείς δεν κατανοεί το νόημα της ζωής του ξαφνικά. Η σοφία δομείται βήμα -βήμα και μέσα από τις εμπειρίες μας στον κόσμο. Κατά συνέπεια, δε μπορούμε να περιμένουμε το μυαλό των παιδιών μας, να λειτουργεί όπως το δικό μας, ούτε να θέλουμε να δεχτούν αυτά που τους υπαγορεύουμε από τις εμπειρίες μας ως δεδομένα, γιατί και αυτά έχουν την ανάγκη να ακολουθήσουν τη δική τους πορεία προς την ώριμη κατανόηση του εαυτού τους και του κόσμου. Μπορούμε όμως να τα βοηθήσουμε να βρουν το νόημα της δικής τους ζωής.

Το παραμύθι και οι λαϊκές ιστορίες αναπτύσσουν τη συναισθηματική νοημοσύνη των παιδιών, δηλαδή την ικανότητα κατανόησης των ψυχικών καταστάσεων και των ψυχικών δοκιμασιών που περιγράφουν. Το παραμύθι, επειδή είναι ένας κόσμος φανταστικός, δημιουργεί το περιθώριο στα παιδιά να αφεθούν σε κομμάτια του ψυχισμού τους που έξω από το παραμύθι μπορεί να φαντάζουν απειλητικά ή απίθανα. Για παράδειγμα, το τέρας του εκάστοτε παραμυθιού μπορεί να είναι ένας χαρακτήρας με τον οποίο ένα θυμωμένο παιδί να ταυτιστεί για να εκτονώσει το θυμό του. Εξίσου, μπορεί να χρησιμοποιήσει αυτό το χαρακτήρα για να προβάλει επάνω του τα στοιχεία κάποιου προσώπου απ’ την πραγματική του ζωή, προσώπου που εμφανίζεται στο παιδί ως απειλητικό.

Μέσα από το παραμύθι και τη φαντασία, λοιπόν, δίνεται η δυνατότητα στο παιδί να παλέψει με το τέρας και να το νικήσει, κάτι που δεν θα μπορούσε ίσως να κάνει στην καθημερινότητά του. Δεν είναι δε τυχαίο που στη φαντασία καταφεύγουν εντονότερα παιδιά με δυσκολία να βάλουν τα συναισθήματά τους ξεκάθαρα σε λέξεις, είτε γιατί έχουν λεκτικές δυσκολίες, είτε γιατί θα τους ήταν συναισθηματικά δύσκολο να μιλήσουν με ειλικρίνεια για το πώς αισθάνονται. Το παιδί μπορεί να είναι και να κάνει ό,τι θέλει μέσα σε ένα παραμύθι, αλλά, το κυριότερο να συνδεθεί και να παίξει με τον αφηγητή του!

Το παιδί χρειάζεται να μάθει να αντιμετωπίζει αυτό τον πολύπλοκο κόσμο μέσα στον οποίο ζει. Εδώ, σε αυτό το σημείο, τα παραμύθια μπορούν να του δώσουν ιδέες για το πώς να το κάνει αυτό, χωρίς να έχουν τη φόρτιση των λόγων που έρχονται από τους γονείς και ακούγονται με τη μορφή κατήχησης. Για παράδειγμα, δεν έχει νόημα να προσπαθούμε να κάνουμε τα παιδιά μας να πιστέψουν ότι οι άνθρωποι είναι έμφυτα καλοί διότι τα παιδιά ξέρουν ότι τα ίδια δεν είναι πάντοτε καλά κι ότι συχνά, ακόμη και όταν είναι καλά, θα προτιμούσαν να μην είναι. Αυτό λοιπόν αντιφάσκει με όσα λένε οι γονείς και επομένως κάνει το παιδί να βλέπει τον εαυτό του σαν τέρας. Στα περισσότερα παραμύθια το κακό δε στερείται ελκυστικών στοιχείων. Για παράδειγμα, το κακό συχνά συμβολίζεται από το δράκο ή το δυνατό γίγαντα, τη δύναμη της μάγισσας ή την πανούργα βασίλισσα. Μάλιστα πολλές φορές προσωρινά υπερισχύει, όπως οι μοχθηρές αδερφές της σταχτοπούτας. Υπάρχει όμως η πεποίθηση ότι με το να κάνεις κακό δεν κερδίζεις και γι΄ αυτό ο κακός βγαίνει πάντα χαμένος.

Με απλά λόγια, το παραμύθι παίρνει πολύ σοβαρά τα άγχη και διλήμματα του παιδιού και απευθύνεται άμεσα σε αυτά. Για παράδειγμα θέτουν το πρόβλημα επιθυμίας για αιώνια ζωή, τελειώνοντας μερικές φορές ως εξής:

Αν δε πέθαναν, ζουν ακόμα

ή κλείνουν με τη φράση:

Και έζησαν αυτοί καλά
και εμείς καλύτερα.

Δεν ξεγελούν, έτσι, το παιδί ότι η αιώνια ζωή είναι δυνατή αλλά υποδεικνύουν ότι ο μόνος τρόπος να ανακουφιστούμε από τον πόνο στη γη είναι η δημιουργία ενός ικανοποιητικού δεσμού με κάποιον άλλο. Αυτός ο δεσμός μπορεί να νικήσει το φόβο του θανάτου. Επιπλέον μεταδίδεται το μήνυμα ότι αυτό το τέλος δεν είναι εφικτό, αν μείνει αιωνίως προσκολλημένο στη μητέρα του, παρ’ όλη την επιθυμία του για κάτι τέτοιο.

Η δομή των παραμυθιών δίνει στο παιδί υλικό με εικόνες που προσφέρουν νέες διαστάσεις στη φαντασία του, τις οποίες στην πραγματικότητα θα ήταν δύσκολο να ανακαλύψει μόνο του. Με αυτές τις εικόνες το παιδί μπορεί να ονειροπολήσει και να προσανατολιστεί καλύτερα στη ζωή του. Επιπλέον, τα παραμύθια προσπαθούν να μεταδώσουν με ποικίλους τρόπους το εξής μήνυμα: ο αγώνας εναντίων σοβαρών δυσκολιών στη ζωή είναι αναπόφευκτος, καθώς είναι ουσιαστικό κομμάτι της ανθρώπινης ύπαρξης, όμως αν κανείς δε λιγοψυχήσει, τότε καταφέρνει να νικήσει όλα τα εμπόδια και στέφεται νικητής. Για παράδειγμα, στο « ο Τζακ και η φασολιά», ο Τζακ κλέβει το θησαυρό του γίγαντα και με αυτό τον τρόπο δίνει στο παιδί την ελπίδα ότι ακόμη και ο πιο ταπεινός μπορεί να πετύχει στη ζωή. Άλλωστε σε τι χρησιμεύει να γίνει κανείς κακός, όταν νοιώθει τόσο ασήμαντος που φοβάται ότι δε θα καταφέρει τίποτα στη ζωή του;

Τέλος, ελάχιστα πράγματα μπορεί να κάνει ένα παιδάκι μόνο του, και αυτό το απογοητεύει τόσο πολύ που μπορεί να παραιτηθεί απελπισμένο. Το παραμύθι όμως αποτρέπει κάτι τέτοιο, εφόσον δίνει αξία και στο παραμικρό επίτευγμα, δείχνοντας ότι οι πιο θαυμαστές συνέπειες μπορεί να προκύψουν από αυτό. Το να βοηθήσει ένα ζώο ή να βοηθηθεί από αυτό (παπουτσωμένος γάτος), το να μοιραστεί ένα κομμάτι ψωμί με έναν ξένο ( η χρυσή χήνα), το να βρει ένα λυχνάρι ( ο Αλαντίν και το λυχνάρι), το να δείξει υπομονή και πίστη σε κάτι που φαίνεται απεχθές και δύσκολο ( πρίγκιπας βάτραχος), είναι μικρά, ασήμαντα γεγονότα που όμως οδηγούν σε μεγάλα πράγματα! Έτσι το παραμύθι ενθαρρύνει το παιδί να εμπιστεύεται ότι τα μικρά επιτεύγματά του είναι σημαντικά και ας μην μπορεί να το καταλάβει για την ώρα, ώστε να έχει πίστη στις δυνατότητές του και να μη νιώθει ηττημένο στις απογοητεύσεις.

Το παραμύθι λοιπόν διδάσκει στο παιδί ότι αυτό που χρειάζεται σε αυτό το στάδιο της ανάπτυξής του να ξέρει είναι ότι: το να επιτρέπει στη φαντασίωσή του να το κυριεύει για ένα διάστημα δεν είναι καταστροφικό, αρκεί να μην παραμένει διαρκώς αιχμαλωτισμένο σε αυτήν. Στο τέλος της ιστορίας ο ήρωας επιστρέφει στην πραγματικότητα, η οποία είναι ευτυχισμένη αλλά χωρίς μαγεία…